Το ξύλο αποτελεί το ένα από τα πρώτα υλικά που ήρθε σε επαφή και χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Για αιώνες υπήρξε βασικό συστατικό για την εξέλιξη και την πρόοδο. Εργαλεία, όπλα, σπίτια, καράβια και πολλά αλλά κατασκευάζονταν από σχεδόν αποκλειστικά από ξύλο.
Στις μέρες μας η χρίση του ξύλου σε πολλές εφαρμογές έχει αντικατασταθεί από άλλα υλικά, όπως τα μέταλλα, το σκυρόδεμα και το πλαστικό. Το ξύλο όμως εξακολουθεί να έχει κυρίαρχη θέση στην κατασκευή των οικιακών και όχι μόνο επίπλων. Αρχικά θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι με τον όρο ξύλο εννοούμε το πρωτογενές υλικό που παίρνουμε από τα δέντρα άμεσος μετα την υλοτόμηση τους. Αυτό αποτελεί την μασίφ ξυλεία. Οι κορμοί μεταφέρονται στα πριστήρια οπού τεμαχίζονται σε πλάκες καδρόνια και μαδέρια και η ξυλεία που προκύπτει ονομάζεται και πριστή ξυλεία.
Πριστή Ξυλεία
Στο εμπόριο έχουν επικρατήσει δυο κατηγόριες πριστής ξυλείας ανάλογα με το αν το δέντρο από το οποίο προέρχονται είναι φυλλοβόλο ή αειθαλή.
- Μαλακή ξυλεία : Η μαλακή ξυλεία είναι αυτή που προέρχεται από αειθαλή δέντρα τα οποία μένουν πράσινα και κατά την διάρκεια του χειμώνα και ο ρυθμός ανάπτυξής τους είναι μεγάλος, όπως είναι τα κωνοφόρα (πεύκο έλατο κλπ.)
- Σκληρή ξυλεία : Η σκληρή ξυλεία προέρχεται από φυλλοβόλα δέντρα των οποίων ο ρυθμός ανάπτυξης είναι αργός, όπως η κερασιά, η καρυδιά, ο δρυς και η καστανιά.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο όρος μαλακή και σκληρή ξυλεία είναι παραπλανητικός. Αν και η περιγραφή ισχύει για ένα μεγάλο μέρος της κάθε κατηγορίας υπάρχουν αρκετές και έντονες εξαιρέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λεύκα το ξύλο τις οποίας ανήκει στην σκληρή ξυλεία, εφόσον το δέντρο είναι φυλλοβόλο, ενώ το ξύλο που προκύπτει είναι ποιο μαλακό από πολλά μαλακά ξύλα. Ως εκ τούτου δεν πρέπει να συνέχουμε την ονομασία των κατηγοριών της ξυλείας με τη σκληρότητα και την ποιότητα του ξύλου.
Εκτός από το είδος του δέντρου που προέρχεται το ξύλο, υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν την εμφάνιση και την ποιότητα της μασίφ ξυλείας.
- Το μέγεθος του δέντρου.
- Το μέρος του κορμού που βρισκόταν το ξύλο. Η ποιότητα και η όψη του ξύλου αλλάζει όσο απομακρυνόμαστε από τον φλοιό και πλησιάζουμε στο κέντρο.
- Η σχετική υγρασία και η ποιότητα του εδάφους που μεγάλωσε το δέντρο.
- Η εποχή κατά την οποία ξυλεύτηκε.
- Ο τρόπος με τον οποίο τεμαχίστηκε στο πριστήριο.
- Ο τρόπος με τον οποίο στέγνωσε.
- Η σχετική υγρασία του ξύλου κατά την κατεργασία
Τις περισσότερες φορές η εμπορική τιμή ενός ξύλου δεν έχει να κάνει με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του άλλα με την τάση της μόδας που επικρατεί καθώς και με την σπανιότητα του ξύλου. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι υπάρχουν δέντρα τα οποία είναι υπό εξαφάνιση και η ξυλεία τους είναι πανάκριβη. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο αφρικάνικος Έβενος του οποίου η τιμή στις αρχές του 2021 είχε φτάσει τα 14.000$ ανά κυβικό μέτρο.
Τεχνίτη Ξυλεία.
Όπως αναφέραμε και παραπάνω το ξύλο αποτελεί ένα φυσικό υλικό και κάθε κομμάτι είναι μοναδικό. Έτσι κατά την κατεργασία της μασίφ ξυλείας προκύπτουν ελαττώματα που έχουν να κάνουν με την ανομοιομορφία της αντοχής, τη συρρίκνωση, το σκέβρωμα, το σχίσιμο, το διαφορετικό χρώμα αλλά ακόμη και την αντοχή στη φωτιά. Όλα τα παραπάνω μειονεκτήματα σε συνάρτηση με την συνεχώς αυξανομένη ζήτηση για ξυλεία και την αύξηση των τιμών οδήγησαν στην παραγωγή τεχνίτης ξυλείας.
Η τεχνίτη ξυλεία παράγετε με μηχανικές και χημικές κατεργασίες χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη τα απορρίμματα ξύλου που αφήνει η επεξεργασία της μασίφ ξυλείας και κόλλες. Έτσι αξιοποιούνται τα απορρίμματα που αφήνει η κοπή της ξυλείας καθώς επίσης και τα ακατάλληλά ξύλα για κάθε άλλη χρίση. Το τελικό προϊόν που προκύπτει δεν διατηρεί κανένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηρίστηκα των ξύλων από τα οποία παράχθηκε αλλά αντιμετωπίζει σχεδόν στο σύνολο του τα μειονεκτήματα της μασίφ ξυλείας και εμφανίζει μειονεκτήματα κατά περίπτωση ανάλογα με τον τρόπο κατασκευής της. Οι ποιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις τεχνητής ξυλείας είναι:
Κόντρα πλακέ.
Το κόντρα πλακέ αποτελεί το ποιο γνωστό είδος τεχνίτης ξυλείας. Η αρχική ιδέα για την κατασκευή του ξεκίνησε στα τέλη του 18ου αιώνα στην Αγγλία ενώ έναν αιώνα περίπου αργότερα το 1867 η εταιρία Weller & Wilson στις ΗΠΑ προχώρησε για πρώτη φορά σε μικρή κλίμακα στην παραγωγή κοντά πλακέ.
Το κόντρα πλακέ κατασκευάζεται από λεπτά φύλλα ξύλου τα οποία τοποθετούνται κάθετα μεταξύ τους. Ο συνολικός αριθμός των φύλλων που τοποθετούνται είναι πάντοτε μονός αριθμός και έτσι οι εξωτερικές όψεις έχουν νερά στην ίδια κατεύθυνση. Όσο περισσότερες είναι οι στρώσεις των φύλλων που τοποθετούνται, τόσο καλύτερης ποιότητας θεωρείτε το κόντρα πλακέ. Για παράδειγμα ένα κόντρα πλακέ πάχους 12mm με 7 στρώσεις θεωρείτε καλύτερο από ένα κόντρα πλακέ 12mm με 5 στρώσεις. Τα εσωτερικά φύλλα του κόντρα πλακέ αλείφονται με κόλλες ανάλογα με την χρήση για την οποία προορίζετε. Απλές μαλακές κόλλες χρησιμοποιούνται όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί σε εσωτερικό χώρο ενώ ειδικές υδράντοχες κόλλες όταν πρόκειται για χρίση σε εξωτερικό χώρο. Τα φύλλα του κόντρα πλακέ αλειμμένα με την ανάλογη κόλλα τοποθετούνται σε ειδικές θερμαινόμενες πρέσες οπού πιέζονται και θερμαίνονται έως τους 120 °C οπού στερεοποιείτε η κόλλα. Μεγάλο ρόλο στην ποιότητα και την αντοχή του τελικού προϊόντος παίζει το δέντρο από το οποίο παράγονται τα ξυλοφύλλα. Έτσι έχουμε κόντρα πλακέ από μαλακή ξυλεία, σκληρή ξυλεία ή ακόμη και τροπική ξυλεία. Πολλές φορές για να μειωθεί το κόστος, παράγονται κόντρα πλακέ στα οποία τα εσωτερικά φύλλα είναι από κάποιο φθηνό ξύλο ενώ στα εξωτερικά τοποθετείτε κάποιο ποιο ποιοτικό και ακριβό φύλλο. Ένας ακόμα παράγοντας που μειώνει το κόστος παραγωγής, είναι ότι τα εσωτερικά φύλλα μπορούν να είναι χαμηλότερης αισθητικής ποιότητας. Το τελικό προϊόν έχει πολύ καλές ιδιότητες ξεπερνώντας τις περισσότερες φορές και τις ιδιότητες της μασίφ ξυλείας.
Μοριοσανίδα (Νοβοπάν).
Μοριοσανίδα είναι γνωστή στη χώρα μας σαν νοβοπάν λόγω του ότι οι πρώτες μοριοσανίδες που εισήχθησαν στην Ελλάδα ήταν της εταιρίας Novopan Styria της Αυστρίας. Η μαζική παραγωγή μοριοσανίδας στην Ευρώπη ξεκίνησε στα μέσα του 19ου αιώνα. Σήμερα η μοριοσανίδα αποτελεί ένα από τα ποιο διαδεδομένα είδη τεχνητής ξυλείας.
Κατασκευάζεται από τα κομμάτια που περισσεύουν κατά την κοπή και την επεξεργασία του μασίφ ξύλου καθώς και από κομμάτια ξύλου που είναι άχρηστα για άλλες χρίσεις. Τα κομμάτια αυτά αφού θρυμματιστούν στο επιθυμητό μέγεθος και στεγνώσουν έως ότου φτάσουν στο κατάλληλο επίπεδο υγρασίας, αναμιγνύονται με κόλλες και στη συνέχεια μεταφέρονται σε θερμαινόμενες πρέσες όπου θερμαίνονται και πιέζονται εωσότου φτάσουν στην επιθυμητή θερμοκρασία και στο επιθυμητό πάχος. Τα ποιο συνηθισμένα πάχη των φύλλων των μοριοσανίδων είναι 8mm, 16mm και 25mm χωρίς να αποκλείεται να βρούμε και αλλά στην αγορά. Το μήκος και το πλάτος τους ποικίλει ανάλογα με την εταιρεία κατασκευής τους. Τα ποιο διαδεδομένα μήκη και πλάτη είναι 3,66m*1,83 και 2,80*2,07.
Εξωτερικά οι μοριοσανίδες μπορεί να μην έχουν καμία επικάλυψη, να έχουν επικάλυψη με ένα φύλλο ξύλου (καπλαμάς), να έχουν επικάλυψη χαρτιού ή και άλλων συνθετικών υλικών. Σήμερα πολλές φορές τα έπιπλα που είναι κατασκευασμένα από μοριοσανίδα χαρακτηρίζονται με το είδος της εξωτερικής επικάλυψης. Έτσι βρίσκουμε στην αγορά έπιπλα που ονομάζονται έπιπλα μελαμίνης, ακρυλικά ή με μορφή ξύλου όπως δρυς, οξιά ή καρυδιά αλλά εσωτερικά είναι κατασκευασμένα από μοριοσανίδα.
Λόγο του ότι η μοριοσανίδα κατασκευάζεται από κομμάτια ξύλου και εκμεταλλευόμαστε με αυτόν τον τρόπο όλα τα υπολείμματα της επεξεργασίας ξύλου θα μπορούσαμε να πούμε ότι η μοριοσανίδα αποτελεί μια οικολογική μορφή ξυλιάς αλλά δεν αποτελεί φυσική ξυλεία αφού για την συγκράτηση των κομματιών χρησιμοποιούνται κόλλες.
Τα κυριά πλεονεκτήματα της μοριοσανίδας είναι το χαμηλό της κόστος, το ότι δε σκεβρώνει υπό φυσιολογικές συνθήκες, δεν σχίζει, και έχει σταθερό χρώμα (όσο σταθερό χρώμα μπορεί να έχει η επίστρωση της).
Αντίθετα τα μειονεκτήματα της είναι η αντοχή στο νερό (ακόμα και στις λεγόμενες υδράντοχες μοριοσανίδες, η αντοχή στο νερό δεν φτάνει σε καμία περίπτωση αυτή του μασίφ ξύλου), η μειωμένη αντοχή της στην πίεση και στον ευτελισμό, και κύριος η κόλλες που χρησιμοποιούνται. Για την κατασκευή των μοριοσανίδων χρησιμοποιούνται κόλλες που περιέχουν φορμαλδεΰδη. Η φορμαλδεΰδη είναι μια ουσία που εδώ και χρόνια θεωρείτε υπεύθυνη για καρκινογενέσεις. Εκλύετε στο περιβάλλον κατά την επεξεργασία των μοριοσανίδων ενώ ακόμα και χωρίς κατεργασία εκλύετε σταδιακά στο περιβάλλον. Για αυτό το λόγο καλό είναι να προτιμάμε μοριοσανίδες που τηρούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα παραγωγής για χαμηλές εκπομπές φορμαλδεΰδης.
Τα τελευταία χρόνια η ευρωπαϊκή ένωση έχει απαγορεύσει να παράγονται ή να διακινούνται στα 27 κράτη μέλη της μοριοσανίδες με εκπομπές που δεν είναι μηδενικές ή κοντά στο μηδέν (σήμανση Ε1 Ε0).
Ξυλόπλάκες OSB (Oriented Strand Board).
Αν και η διαδικασία κατασκευής του OSB μοιάζει με αυτή της μοριοσανίδας έχει μεγάλες διάφορες όσο αφορά τις τελικές ιδιότητες του προϊόντος. Κατασκευάζεται από προσανατολισμένα μακριά και πλατιά ξυλοτεμαχίδια διαστάσεων 2,5 cm έως 15 cm που συγκολλούνται μεταξύ τους με κόλλα η οποία σκληραίνει όταν θερμανθεί. Σε αντίθεση με τη μοριοσανίδα τα ξυλοτεμαχίδια δεν τοποθετούνται τυχαία αλλά στρατηγικά ώστε να δώσουν στην ξυλόπλακα περισσότερη δύναμη. Σε κάθε πλάκα μπορεί να υπάρχουν έως και 50 στρώσεις. Το στρώματα με τα ξυλοτεμαχίδια και την κόλλα τοποθετούνται σε θερμαινόμενη πρέσα όπου θερμαίνονται και πιέζονται έως ότου φτάσουν στην επιθυμητή θερμοκρασία και στο επιθυμητό πάχος.
Οι πρώτες ξυλόπλάκες OSB κατασκευάστηκαν 1963 στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ. Στην Ελλάδα η χρίση τους άρχισε να διαδίδετε μετα το 1981 ενώ οι κατηγορίες των ξυλόπλακών OSB που κυκλοφορούν είναι OSB1, OSB2, OSB3 και OSB4.
- Η κατηγορία OSB1 είναι κατάλληλη για γενική και εσωτερική χρίση. Έχει χαμηλό βαθμό στην αντοχή και στην υγρασία ενώ χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο στην κατασκευή σκελετών επίπλων και προϊόντων συσκευασίας.
- Η κατηγορία OSB2 είναι ξυλόπλακα αντοχής για εσωτερική χρίση. Ο βαθμός της στην αντοχή και στην υγρασία είναι σαφώς ανώτερος από την προηγούμενη κατηγορία και για αυτό το λόγο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ελαφρό δομικό στοιχείο σε εσωτερικό χώρο ωστόσο δε συνιστάτε η χρυσή της σε μέρη με έντονη υγρασία όπως μπάνια και υπόγεια.
- Η κατηγορία OSB3 αποτελεί την ποιο συχνά χρησιμοποιούμενη μορφή OSB. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους ενώ έχει και μεγάλη αντοχή στην υγρασία.
- Τέλος η κατηγορία OSB4 είναι βαριάς και εξωτερικής χρίσης. Αποτελεί την ποιο ανθεκτική κατηγορία OSB η οποία λόγο του μεγάλου βαθμού στην αντοχή και στην υγρασία που έχει, χρησιμοποιείτε συχνά στα εξωτερικά μέρη των κτιρίων όπως και σε μέρη κάτω από τα κεραμιδιά και σε χώρους με μεγάλη υγρασία.
Η εμφάνιση του OSB στην αγορά έλυσε μια πληθώρα προβλημάτων που υπήρχαν μέχρι τότε. Η τεχνολογία τοποθέτησης τεμαχίων ξύλου καθιστά της πλάκες OSB ποιο άκαμπτες και ποιο ανθεκτικές στη μηχανική καταπόνηση χωρίς να σπαν οι άκρες. Επίσης το βάρος των πλακών σε σχέση με τις πλάκες μοριοσανίδας είναι μειωμένο ενώ η αντοχή σε βίδωμα και κάρφωμα είναι σαφώς αυξημένη. Τέλος ο συντελεστής θερμομόνωσης είναι αυξημένος λόγο του ότι υπάρχουν μεγαλύτερα κομμάτια ξύλου τα οποία από μόνα τους είναι θερμομονωτικά.
Τα παραπάνω πλεονεκτήματα σε συνδυασμό με την μειωμένη τιμή οδηγήσαν τις πλάκες OSB να πάρουν ένα μεγάλο μέρος τις αγοράς από τα κόντρα πλακέ τα οποία μπορεί να είναι υψηλότερης ποιότητας και να έχουν καλύτερα χαρακτηρίστηκα, αλλά έχουν και αυξημένη τι μη σε σχέση με τα OSB
Το βασικό μειονέκτημα των OSB είναι οι περιεκτικότητα σε κόλλες φορμαλδεΰδης οι οποίες απελευθερώνονται κατά την κατεργασία αλλά ακόμα και χωρίς επεξεργασία εξατμίζονται σιγά σιγά στο περιβάλλον. Γι’ αυτό το λόγο είναι καλό να προτιμούμε πλάκες OSB με Ευρωπαϊκή πιστοποίηση, όπου οι οροί για την περιεκτικότητα σε φορμαλδεΰδη είναι ιδιαίτερά αυστηροί.
Ινοσανίδα MDF.
Με παρόμοιο τρόπο με την μοριοσανίδα και το OSB κατασκευάζονται και οι ινοσανίδες, γνωστότερες και ως MDF (Medium Density Fibreboard). Χρησιμοποιούνται και πάλι υπολείμματα ξύλου (κατά κύριο λόγο σκληρής ξυλείας) σε ποσοστό γύρο στο 80%, τα οποία όμως προηγουμένως έχουν αλεστεί σε τέτοιο βαθμό ώστε μοιάζουν περισσότερο με σκόνη πάρα με κομμάτια ξύλου. Αφού διασφαλιστεί ότι ο βαθμός υγρασίας του αλεσμένου ξύλου αλλά και η θερμοκρασία έχει φτάσει στα επιθυμητά επίπεδα αναμιγνύεται με ρητίνες με βάση τη φορμαλδεΰδη σε ποσοστό περίπου 10%, ενώ το μίγμα συμπληρώνεται με κερί παραφίνης και νερό. Μετα την ομογενποίηση το μίγμα τοποθετείτε σε κατάλληλες πρέσες σε στρώσεις, πιέζεται και θερμαίνεται έως ότου φτάσει στην κατάλληλη θερμοκρασία και πάχος.
Το MDF στη μορφή που το ξέρουμε σήμερα κατασκευάστηκε πρώτη φορά τη δεκαετία του70 ενώ η μαζική του παραγωγή ξεκίνησε τη δεκαετία του 80. Όπως στη μοριοσανίδα και στο OSB, έτσι και στην περίπτωση του MDF θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί μια οικολογική μορφή ξυλιάς αλλά δεν αποτελεί φυσική ξυλεία αφού για την συγκράτηση των πολτού χρησιμοποιούνται κόλλες.
Σήμερα μπορούμε να βρούμε το MDF σχεδόν σε όλα τα ξυλεμπορικά και σε διάφορες μορφές. Οι κύριες μορφές στις οποίες μπορούμε να βρούμε το MDF είναι.
- Άνυδρο MDF. Λόγο τις διαφορετικής σύστασης της ρητίνης που έχει χρησιμοποιηθεί παρουσιάζει μια αυξημένη αντίσταση στη υγρασία χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι κατάλληλο για υγρό περιβάλλον. Συνήθως τα MDF αυτής τις κατηγορίας είναι πράσινου χρώματος αλλά αυτό ποικίλει ανάλογα με την εταιρεία κατασκευής.
- Πυράντοχο MDF. Και πάλι λόγο τις διαφορετικής ρητίνης που έχει χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή του το πυράντοχο MDF καθυστερεί να πιάσει φωτιά και να την μεταδώσει. Η περιγραφή τον ιδιοτήτων που πρέπει να έχει μια μοριοσανίδα για να θεωρείτε πυράντοχη περιγράφεται από το Ευρωπαϊκό πρότυπο EN 622-5. Τα MDF αυτής της κατηγορίας έχουν συνήθως κόκκινο χρώμα αλλά και πάλι αυτό μπορεί να ποικίλει ανάλογα με την εταιρεία κατασκευής.
- Οικολογικο MDF. Οικολογικό θεωρείται το MDF το οποίο έχει κατασκευαστεί χρησιμοποιώντας ρητίνες που δεν έχουν βάση τη φορμαλδεΰδη.
- Κοινο MDF. Αποτελεί το MDF που την παρασκευή του περιγράψαμε παραπάνω χωρίς να έχει κάποια ιδιαιτερότητα.
Εκτός από τις κατηγορίες που περιγράψαμε παραπάνω ένα άλλο χαρακτηριστικό των μοριοσανίδων είναι η επικάλυψη του. Τις περισσότερες φόρες συνηθίζεται να κολλιέται στην επιφάνια ένα φύλο καπλαμά κάποιου ιδιαίτερου ξύλου. Έτσι προκύπτουν MDF με καπλαμά οξιάς, δρυς, καρυδιάς κ.α. Τα περισσότερα έπιπλα υψηλής ποιότητας που κατασκευάζονται σήμερα είναι κατασκευασμένα με φύλλα MDF με την επίστρωση κάποιου καπλαμά. Μια άλλη επικάλυψη που μπορεί να τοποθετηθεί στην επιφάνια του MDF είναι η μελαμίνη, ενώ τα τελευταία χρόνια συνηθίζεται και η κατασκευή υδράντοχων πλακών για το πάτωμα οι οποίες εξωτερικά καλύπτονται με μια στρώση ενός συνθετικού υλικού, πολύ σκληρού και ανθεκτικού στις γρατσουνιές, το Laminate.
Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε σχέση με της άλλες πλάκες τεχνίτης ξυλείας είναι ότι το MDF είναι ποιο συμπαγές σαν υλικό, έχει μεγαλύτερο βάρος ανά τετραγωνικό μετρό και έχει εξαιρετικά λεία επιφάνια. Ακόμα η κατασκευή από ίνες ξύλου, δίνει τη δυνατότητα να σκαφτεί να φρεζαριστεί και να σκαλιστεί χωρίς κανένα πρόβλημα σε αντίθεση με τις άλλες μορφές τεχνίτης ξυλείας που αναφέραμε παραπάνω. Αντίθετα παρουσιάζει ιδιαίτερά προβλήματα στο βίδωμα και το κάρφωμα, ιδιαίτερά στο σόκορο όπου είναι αδύνατό να βιδώσεις ή να καρφώσεις χωρίς να έχεις προτρυπήσει. Επίσης λόγο του ότι αποτελείτε από πολύ μικρά κομμάτια ξύλου, η συγκόλληση του είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Τέλος τα δυο μεγάλα μειονεκτήματα του MDF είναι η αντοχή του στην υγρασία και όπως και σε όλες τις άλλες μορφές τεχνίτης ξυλείας, η εκπομπές φορμαλδεΰδης.
Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι αυτές είναι οι κύριες μορφές τεχνίτης ξυλείας χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και πολλές άλλες.
Σημερινή κατάσταση στην αγορά επίπλου.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι η τεχνίτη ξυλεία δεν είναι υποδεέστερη από την φυσική ξυλεία. Αντίθετα υπάρχουν κατασκευές οι οποίες δεν θα ήταν εύκολο να ολοκληρωθούν χωρίς τη χρίση της τεχνίτης ξυλείας. Για παράδειγμα η κατασκευή ενός τραπεζιού με διαστάσεις 200 cm * 100cm με μασίφ ξυλεία είναι ιδιαίτερα δύσκολη και επίπονη εργασία αφού η κατασκευή ενός τέτοιου πλαισίου απαιτεί να αντιμετωπιστούν το σύνολο των μειονεκτημάτων της μασίφ ξυλείας. Τα ξύλα, σε αυτές τις διαστάσεις τείνουν να σκεβρώσουν, να ραγίσουν και είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρεθούν ξύλα ίδιου χρώματος ώστε να μην υπάρχει χρωματική διαφορά. Επίσης ένα άλλο μεγάλο μειονέκτημα της μασίφ ξυλείας είναι ότι προσβάλλεται από μικροοργανισμούς και μύκητες. Αντίθετα με ένα φύλλο MDF όλα τα παραπάνω προβλήματα λύνονται και αν χρησιμοποιηθεί σωστά προκύπτει ένα πάρα πολύ καλό αποτέλεσμα ικανό να αντέξει για πολλά χρόνια και να ανταποκριθεί σε δύσκολες συνθήκες. Το σύνολο της τεχνίτης ξυλείας δεν προβάλλεται από μικροοργανισμούς και μύκητες.
Ένα ακόμα πλεονέκτημα της τεχνίτης ξυλείας σε σχέση με την μασίφ ξυλεία είναι το οικονομικό. Η τεχνίτη ξυλεία όχι μόνο είναι οικονομικότερη από τη μασίφ ξυλεία σαν μονάδα (τιμή κυβικού), αλλά παρέχεται και σε μορφές πολύ ποιο βολικές ως προς την χρίση της και την επεξεργασία της από τα εργοστάσια μειώνοντας έτσι κατά πολύ το χρόνο παραγωγής.
Στα έπιπλα που συναντάμε σήμερα στην αγορά μεγάλο ποσοστό τους και καμία φορά και 100% είναι κατασκευασμένα από τεχνίτη ξυλεία. Η παραπλάνηση που υπάρχει σήμερα είναι ότι τα έπιπλα αναφέρονται ότι είναι κατασκευασμένα από κάποιο ξύλο π.χ δρυ ή οξιά, αλλά στην πραγματικότητα το ξύλο αυτό αποτελεί μόνο την εξωτερική επίστρωση της τεχνίτης ξυλείας και δεν έχει κανένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της μασίφ ξυλείας. Διατηρεί όμως την όψη του ξύλου που έχει την επίστρωση, προσφέροντας έτσι τη μοναδική εμφάνιση του ξύλου. Έτσι θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε λέγοντας ότι ένα τραπέζι κατασκευασμένο από MDF με επικάλυψη καπλαμά δρυ δεν έχει καμία διαφορά στην αντοχή και στη συνοχή του από ένα τραπέζι κατασκευασμένο από MDF με επικάλυψη καπλαμά οξιάς. Η μονή διαφορά των δυο τραπεζίων είναι το χρώμα και η διάταξη των νερών του ξύλου.
Με βάση τη σημερινή κατάσταση της αγοράς το δίλημμά δεν τίθεται στο αν θα αγοράσει κάποιος έπιπλα από μασίφ η τεχνίτη ξυλεία αλλά στο αν θα αγοράσει έπιπλα που εξωτερική επίστρωση τους θα είναι ένα φύλο ξύλου (καπλαμάς) η κάποιο επεξεργασμένο χαρτί με εκτυπωμένα σχέδια ξύλου (μελαμίνη). Η οικονομική διαφορά αναμεσά στις δυο κατηγορίες είναι πραγματικά μεγάλη. Και στις δυο περιπτώσεις το μεγαλύτερο μέρος της ξυλείας είναι τεχνίτη ξυλεία αλλά η μεγάλη διαφορά τους είναι ότι στις περιπτώσεις των επίπλων κατασκευασμένων από μελανίνη χρησιμοποιείτε κατά κύριο λόγο μοριοσανίδα ενώ στις περιπτώσεις των επίπλων με εξωτερική επίστρωση ξύλου (καπλαμας) , χρησιμοποιείτε κατά κύριο λόγο ινοσανίδα. Επιπλέων στις περιπτώσεις των επίπλων με μορφή φυσικού ξύλου απαιτείται πολύ μεγαλύτερη επεξεργασία αφού οι επιφάνειες θα πρέπει να λειανθούν, να χρωματιστούν και στη συνέχεια να βερνικωθούν ώστε να πάρουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αντίθετα η παραγωγή των επίπλων μελαμίνης περιορίζεται στην κοπή, στο σοκοόιασμα (κόλληση ταινίας στο σημείο κοπής) και στη συναρμολόγηση του επίπλου.
Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση για έπιπλα χαμηλής τιμής οι εταιρίες παραγωγής τεχνίτης ξυλείας έχουν δημιουργήσει πάρα πολλά σχέδια μελαμίνης η οποία άλλες φόρες μιμητέ το φυσικό ξύλο σε πολύ μεγάλο βαθμό ενώ άλλες φορές έχει χρώματα και σχέδια που είναι πολύ δύσκολο να κατασκευαστούν με άλλο τρόπο. Τέλος το μεγάλο πλεονέκτημα της μελαμίνης είναι ότι είναι αρκετά σκληρή και δεν χαράσσετε εύκολα.
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια τάση στην ευρωπαϊκή ένωση για έπιπλα από μασίφ ξυλεία και μαλιστα πολλές φορές ανακυκλωμένη μασίφ ξυλεία από ρουστίκ ξυλεία όπου όλα τα ελαττώματα των ξύλων αντί να κρυφτούν τονίζονται ιδιαίτερα και θεωρούνται εξαιρετικά καλαίσθητα. Οι τιμές όμως που φτάνουν τα έπιπλα αυτής της κατηγορίας είναι ιδιαίτερα υψηλές. Να σημειώσουμε εδώ ότι σε ότι έχει να κάνει με την μασίφ ξυλεία υπάρχει ένα ρητό που αναφέρει ότι οι ρόζοι ενός ξύλου είναι η κατάρα του μηχανικού (υπάρχει μειωμένη αντοχή στο συγκεκριμένο σημείο) και ευχή του αρχιτέκτονα (δίνουν ιδιαίτερο χρώμα και μορφή στην κατασκευή).
Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω θα λέγαμε ότι τα έπιπλα που θα επιλέξει κανείς για τον χώρο του αποτελούν αυστηρά προσωπική υπόθεση και εκτός από άνεση και την αντοχή το σχέδιο και το χρώμα θα πρέπει να είναι αυτό που ταιριάζει στο χριστή τους. Αν δε όλα τα παραπάνω συνδυάζονται με την σωστή τιμή τότε η επιλογή είναι σίγουρα σωστή.













